Το ελληνικό Δημόσιο σε αξιολόγησε: Παίρνεις Β-

Το ελληνικό Δημόσιο σε αξιολόγησε: Παίρνεις Β-

Το Υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε τον Ιούνιο το Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης. Με απλά λόγια, ένα πληροφοριακό σύστημα που θα μαζεύει και θα διασταυρώνει δεδομένα από δημόσιες πηγές και θα βγάζει πιστοληπτική βαθμολογία για φυσικά και νομικά πρόσωπα. Το ίδιο το υπουργείο μιλά για μια «ενιαία και αξιόπιστη εικόνα πιστοληπτικής ικανότητας» και προβλέπεται μάλιστα και ανταλλαγή βαθμολογήσεων με ιδιωτικούς φορείς, ώστε να προκύπτει μια ενοποιημένη αξιολόγηση. Μετά βέβαια ήρθαν και οι υπουργικές αποφάσεις και το πράγμα έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένο. Το σύστημα θα κάνει αριθμητική βαθμολόγηση, θα υπολογίζει πιθανότητα αθέτησης και θα σε κατατάσσει σε βαθμίδα πιστοληπτικής ικανότητας.[1]

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι γιατί αλλιώς η συζήτηση θα γίνει ακόμα πιο γελοία απ’ όσο την κάνει ήδη το περιεχόμενο της προβληματικής της.

Δεν μιλάμε για το κινεζικό social credit των memes. Δεν θα σου αφαιρεί δηλαδή ο Μητσοτάκης πόντους επειδή πάρκαρες πάνω στη ράμπα ή επειδή έβρισες τον Άδωνι στο X. Προς το παρόν το πράγμα αφορά την οικονομική συμπεριφορά και τη φερεγγυότητα. Αυτό καλό είναι να το λέμε γιατί δεν υπάρχει λόγος να φτιάξουμε μια καρικατούρα για να την καταγγείλουμε μετά. Για μετά δεν ξέρουμε, θα δούμε. Προς το παρόν θα μας αξιολογούν μονάχα με οικονομικούς όρους. Εξίσου γελοίο είναι πάντως να κάνουμε πως δεν έγινε και τίποτα επειδή η πρώτη εφαρμογή είναι οικονομική. Άλλωστε, για τον Μητσοτάκη και γενικότερα για όλο αυτό το νεοφιλελεύθερο, εκσυγχρονιστικό, managerial σύμπαν, αν κάτι μπορεί να αποκτήσει KPI, μάλλον πρέπει να αποκτήσει. Δεν πέφτουμε από τα σύννεφα ως εδώ. Η συγκεκριμένη περίπτωση πάντως είναι πραγματικά βλακώδης.

Το ελληνικό κράτος, που επί δεκαετίες καθυστερεί συντάξεις, κάνει λάθη σε φόρους και επιδόματα, δημιουργεί αυθαίρετες χρεώσεις, χάνει φακέλους και σε στέλνει από υπηρεσία σε υπηρεσία επειδή δύο μητρώα του ίδιου Δημοσίου δεν έχουν καταφέρει ακόμη να μιλήσουν μεταξύ τους, απέκτησε τώρα την τεχνική δυνατότητα να σου ανακοινώσει με επιστημονικό ύφος ότι η δική σου οικονομική συμπεριφορά είναι Β-.

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ελληνική εκδοχή της ψηφιακής διακυβέρνησης.

Αν όμως αφήσουμε στην άκρη το γελοίο του πράγματος, υπάρχει ένα πιο σοβαρό θέμα. Για να βαθμολογήσεις έναν άνθρωπο, πρέπει πρώτα να έχεις αποφασίσει τι ακριβώς θεωρείς άξιο βαθμολόγησης. Πρέπει κάποιος να αποφασίσει ποια δεδομένα μετράνε, πόσο μετράνε, ποια συμπεριφορά θεωρείται φυσιολογική, ποια θεωρείται επικίνδυνη, ποιος είναι «αξιόπιστος» και ποιος όχι.

Αυτές οι κατηγορίες δεν υπάρχουν έτσι γενικώς και αορίστως. Δεν υπάρχει κάπου το είδος πιστοληπτικά αξιόπιστος άνθρωπος από πριν. Υπάρχει μια κοινωνία που μαθαίνει να βλέπει τον άνθρωπο έτσι. Ως οφειλέτη, φορολογούμενο, εργαζόμενο, καταναλωτή, ασφαλιστικό κίνδυνο και τώρα ως μια οικονομική μονάδα που μπορεί να πάρει βαθμό. Και το πιο ενδιαφέρον με αυτές τις κατηγορίες είναι πόσο γρήγορα ξεχνάμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε που τις φτιάξαμε. Πόσο γρήγορα δηλαδή περνάμε από μια  αυθαίρετη κατηγοριοποίηση στο «έτσι είναι τα πράγματα».

Αυτό είναι για μένα το πραγματικά κρίσιμο σημείο. Η στιγμή που κάτι ιστορικό και πολιτικό αρχίζει να εμφανίζεται σαν φυσικός νόμος.

Όλο αυτό παίρνει αρκετά δυστοπική τροπή, αν λάβει κανείς υπόψη τον νεοκαμεραλισμό του Curtis Yarvin. Μια αντιδημοκρατική, αντιδραστική πολιτική και οικονομική φιλοσοφία η οποία αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα του κινήματος της Νεο-Αντιδραστικότητας (Neo-Reactionary movement ή NRx), γνωστού και ως Σκοτεινός Διαφωτισμός (Dark Enlightenment).[2]

Εκεί το κράτος μετατρέπεται σε κάτι που προσιδιάζει σε μια κυρίαρχη εταιρεία με διοίκηση, μετόχους και residents. Όχι πολίτες. Residents. Ο πολίτης, έστω και στην υποβαθμισμένη νεοφιλελεύθερη κοινοβουλευτική του εκδοχή, θεωρητικά έχει μια κάποια πολιτική εξουσία μέσα στην κοινότητα στην οποία ζει, αφού ψηφίζει, διεκδικεί και έχει το δικαίωμα στην οργάνωση.[3] Από την άλλη, ο resident, στο νεοκαμεραλιστικό μοντέλο, έχει κυρίως μία και μόνη επιλογή. Αν δεν του αρέσει, φεύγει. Δεν αλλάζεις το κράτος. Αλλάζεις κράτος, όπως αλλάζεις εταιρεία.[4]

Ο Yarvin φαντάζεται έναν κόσμο γεμάτο μικρές κυρίαρχες εταιρείες-κρατίδια που ανταγωνίζονται για τους κατοίκους τους περίπου όπως οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για τους πελάτες ή  τους υπαλλήλους. Μέσα σε αυτό το μοντέλο αλλάζει φυσικά και η έννοια του φόρου, ο οποίος μοιάζει περισσότερο πια με μίσθωμα.[5] Πληρώνεις για να βρίσκεσαι σε μια συγκεκριμένη επικράτεια και για τις υπηρεσίες που σου παρέχει η εταιρεία που τη διαχειρίζεται.

Αν όμως αρχίσεις να σκέφτεσαι έτσι το κράτος, τότε ξαφνικά η βαθμολόγηση του κατοίκου δεν είναι καθόλου παράλογη, αντιθέτως, είναι σχεδόν αυτονόητη. Όπως μια τράπεζα ή μια ασφαλιστική αξιολογούν τους πελάτες τους, ή όπως μια πλατφόρμα αξιολογεί τους οδηγούς, τους ενοικιαστές και τους οικοδεσπότες, έτσι και ένα κράτος το οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πάροχο υπηρεσιών βαθμολογεί τον resident. Και αν τραβήξεις αυτή τη λογική αρκετά μακριά, φτάνεις σε κάτι που σήμερα ακούγεται μεν γελοίο αλλά μέσα σε αυτό το μοντέλο είναι απολύτως συνεπές. Το κράτος μπορεί να σε απολύσει.

Έχεις κακό score; Κοστίζεις πολύ; Δεν είσαι αρκετά παραγωγικός; Ε, δεν συμφέρεις, καλή συνέχεια στη ζωή σου. Απολύεσαι.

Το ακόμη πιο φαιδρό είναι ότι όλο αυτό μπορεί να παρουσιαστεί και ως ελευθερία. Δεν σου αρέσει η εταιρεία-κράτος; Έχεις την ελευθερία να αλλάξεις. Και επειδή οι residents θα μπορούν να μετακινούνται, ο ανταγωνισμός υποτίθεται ότι θα πειθαρχεί και τις ίδιες τις κυβερνήσεις. Ελεύθερη αγορά με τις ζωές μας.

Και κάπου εδώ κολλάει πολύ καλά και ο Ντελέζ,  ο οποίος στο σύντομο κείμενό του για τις κοινωνίες ελέγχου αναφέρει μια πόλη που είχε φανταστεί ο Γκουαταρί.

Ο κάτοικος, λέει, κινείται χρησιμοποιώντας μια ηλεκτρονική κάρτα. Με αυτήν μπορεί να ανοίξει το σπίτι του, να περάσει σε έναν δρόμο, να μπει σε μια περιοχή. Μέχρι που κάποια στιγμή η κάρτα δεν τον αφήνει να περάσει.[6]

Αυτό που ενδιαφέρει τον Ντελέζ δεν είναι τόσο ότι κάποιος απαγορεύει την είσοδο. Είναι ότι η πρόσβαση μπορεί να αλλάζει συνεχώς. Δεν είσαι δηλαδή απλώς ελεύθερος ή αποκλεισμένος. Έχεις περισσότερη ή λιγότερη πρόσβαση, περισσότερες ή λιγότερες δυνατότητες, ανάλογα με έναν αλγόριθμο που ενημερώνεται συνεχώς. Και αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τις φτηνές ιστορίες περί Μεγάλου Αδελφού.

Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται να σου απαγορεύσει κάτι ρητά. Μπορεί απλώς να σε αξιολογήσει και να σε οριοθετήσει. Να σου δώσει χειρότερο επιτόκιο, μικρότερο όριο, λιγότερες δυνατότητες, μεγαλύτερο κόστος, μικρότερη πρόσβαση κ.ο.κ. Δεν είναι δηλαδή ότι κάτι απαγορεύεται. Απλώς εσύ δεν μπορείς.

Για να κλεισω, το γεγονός ότι δεν είμαστε ακόμη εκεί, δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορος ο θεσμός. Γιατί οι θεσμοί δεν κάνουν μόνο τη δουλειά για την οποία κατασκευάστηκαν. Μας μαθαίνουν συνήθως και έναν τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο. Και ένα σύστημα που μας συνηθίζει στην ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να συνοψιστεί σε μια βαθμολογία μας συνηθίζει στην ιδέα ότι η κοινωνική μας θέση, η αξιοπιστία μας και τελικά οι δυνατότητές μας και η πολιτική μας συμμετοχή μπορούν να αποδοθούν σε ξερά αριθμητικά δεδομένα.

 

Σημειώσεις

[1] Η υπ’ αρ. 117786 ΕΞ 2026 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 4436/21.7.2026) καθορίζει αναλυτικά τη διαδικασία βαθμολόγησης. Μεταξύ άλλων προβλέπει στατιστική επεξεργασία ιστορικών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, χρήση αλγορίθμων μηχανικής μάθησης, υπολογισμό πιθανότητας αθέτησης και μετατροπή του αποτελέσματος σε αριθμητικό score και βαθμίδα πιστοληπτικής ικανότητας. Για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι βαθμίδες Α, Α-, Β, Β-, C και D.

[2] Ο Curtis Yarvin, γράφοντας αρχικά με το ψευδώνυμο Mencius Moldbug, ανέπτυξε από το 2007 τις βασικές ιδέες του formalism και του neocameralism. Οι ιδέες αυτές αποτέλεσαν βασικό σημείο αναφοράς για τη μεταγενέστερη νεοαντίδραση (NRx). Ο όρος «Dark Enlightenment» συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Nick Land και την ομώνυμη σειρά κειμένων του, που δημοσιεύτηκε αρχικά το 2012.

[3] Στο neocameralism ο Yarvin προτείνει τη διοίκηση του κράτους κατά το πρότυπο μιας κυρίαρχης μετοχικής εταιρείας. Στο Patchwork περιγράφει έναν κόσμο από μεγάλο αριθμό ανεξάρτητων μικρών κρατών, καθένα από τα οποία διοικείται από τη δική του joint-stock corporation.

[4] Η διατύπωση του Yarvin στο Patchwork είναι ιδιαίτερα σαφής: αν οι residents δεν είναι ικανοποιημένοι από την κυβέρνησή τους, μπορούν και πρέπει να μετακινηθούν αλλού. Ο ίδιος συνοψίζει το μοντέλο ως «all “exit,” no “voice”». Η αντιπαράθεση exit/voice παραπέμπει φυσικά και στην κλασική διάκριση του Albert O. Hirschman.

[5] Η παρομοίωση της φορολογίας με μίσθωμα δεν αποτελεί μεταγενέστερη ερμηνεία του Yarvin. Στα πρώιμα κείμενά του γράφει ρητά «Taxation is rent», ενώ αλλού προτείνει να σκεφτούμε τους φόρους ως rent που καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη της επικράτειας.

[6] Gilles Deleuze, «Postscript on the Societies of Control».

Το ελληνικό Δημόσιο σε αξιολόγησε: Παίρνεις Β-

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω