Η εποχή της πολιτικής των μαϊντανών

Πολιτικός μαϊντανός

Βλέπεις άτομα όπως ο YouTuber Φειδίας Παναγιώτου (ο οποίος πρωτου να ανακαλύψει την τάχα “άμεση δημοκρατία”, βάσιζε το περιεχόμενό του στο να αγκαλιάζει celebrities όπως o αγαπημένος του Elon Musk), να εκλέγονται στις Ευρωεκλογές. Ακούς τον τηλεοπτικό μαϊντανό (δεν έχω καταλάβει τι άλλη ιδιότητα έχει) Gio K να λέει ότι θέλει να γίνει πρωθυπουργός, έχοντας ως ίνδαλμα του τον Donald Trump με τον οποίο έχουν παρόμοια, κατά τα λεγόμενά του, πορεία. Βλέπεις τον “σε ειδικό σχολείο πηγαίνει, είναι καθυστερημένη” τράπερ Light να μιλάει επίσης για μια ενδεχόμενη μελλοντική πολιτική παρουσία. Παρά την πυκνή γελοιότητά τους όμως, είναι μεγάλο λάθος να σταθεί κανείς στα πρόσωπα καθαυτά και να εξαντλήσει την κριτική του στην πλάκα και στην ηθικολογία. Και αυτό γιατί τo πρόβλημα δεν είναι ποτέ πρωτίστως τα πρόσωπα, αλλά το είδος της κοινωνικής οργάνωσης που καθιστά δυνατά, ως πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα τέτοιου τύπου.

Στις φιλελεύθερες ολιγαρχίες στις οποίες ζούμε, για να μπορέσει ένα πρόσωπο που είναι απλώς προβεβλημένο να εμφανιστεί ως εν δυνάμει πολιτικό πρόσωπο, πρέπει ήδη να έχει συντελεστεί μια βαθύτερη μεταβολή. Πρέπει αφενός αυτό που ονομάζουμε πολιτική, έστω και στη (νεο)φιλελεύθερη στρεβλή, αντιπροσωπευτική και τεχνοκρατική εκδοχή του, να έχει χάσει την πυκνότητά και το περιεχόμενό του, και αφετέρου η ίδια η κοινωνία να έχει χάσει τα κριτήριά της. Μόνο τότε μια τέτοια κατάσταση παύει να μοιάζει παράλογη και γελοία. Μόνο τότε δηλαδή η διασημότητα μπορεί να εκλαμβάνεται ως προσόν διακυβέρνησης. Διότι διάσημοι υπήρχαν και παλιότερα. Πλέον όμως η προβολή έχει αρχίσει να λειτουργεί ως νούμερο ένα συνιστώσα της πολιτικής ουσίας. Το ότι ένα πρόσωπο είναι γνωστό και αναγνωρίσιμο, καθότι είναι παρόν στις κάθε λογής οθόνες μας, κυκλοφορεί αδιάκοπα στα memes και άρα είναι στο κέντρο του πεδίου της προσοχής, τείνει να μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε μια μορφή νομιμοποίησης. Σαν να λέμε δηλαδή, αφού τον ξέρουν πολλοί, αυτό σημαίνει ότι αξίζει, άρα μπορεί και να κυβερνήσει.

Πρόκειται, φυσικά, για βλακώδη και αφαιρετικό συλλογισμό, που όμως είναι κοινωνικά πανίσχυρος. Διότι ακριβώς είναι ένας μη-συλλογισμός, ο οποίος εγκαθίσταται ως κάποιου είδους αντανακλαστική κίνηση. Ποιον να ψηφίσω; Εύκολο. Αυτόν που μου είναι γνώριμος από τα μέσα. Βέβαια το να τραβάς, με όποιον τρόπο, την προσοχή και να επιβάλλεσαι ως περσόνα είναι ένα πράγμα. Το να φέρεις το βάρος της διακυβέρνησης, των θεσμών, των συνεπειών, της ιστορίας, κ.ο.κ. είναι εντελώς άλλο.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι ορισμένα προβεβλημένα πρόσωπα επιθυμούν να περάσουν στην πολιτική. Αυτό είναι σχεδόν αναμενόμενο. Όταν έχεις μάθει να υπάρχεις μέσα στην έκθεση και τη διασημότητα, εύκολα φαντάζεσαι και την εξουσία ως επέκταση της έκθεσης αυτής. Το κρίσιμο είναι ότι οι κοινωνίες είναι έτοιμες να δεχτούν αυτή τη μετάβαση ως κάτι φυσιολογικό. Ως σημείο των καιρών. Αυτό όμως δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι η δημοκρατική πολιτική έχει ήδη αλλοτριωθεί για δεύτερη φορά στα μάτια των ανθρώπων. Από αυτόνομη συλλογική αυτοθέσμιση, μεταλλάχθηκε σε αντιπροσώπευση των λίγων τάχα ειδικών τεχνοκρατών και τώρα από αντιπροσώπευση των ειδικών τεχνοκρατών μεταλλάσσεται ταχέως σε αντιπροσώπευση των δημοφιλών μαϊντανών.

Εδώ, βέβαια, αγγίζουμε κάτι βαθύτερο από την απλή παρακμή των θεσμών. Αγγίζουμε την παρακμή του ίδιου του ανθρωπολογικού τύπου που απαιτεί η δημοκρατία, η οποία ως ιστορικό καθεστώς, προϋποθέτει ανθρώπους εξοπλισμένους με κριτική ικανότητα και διατεθειμένους να συμμετέχουν στη θέσμιση του κοινού τους κόσμου. Ανθρώπους που δεν θέλουν απλώς να προστατεύσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα, αλλά να σκεφτούν και να θεσμίσουν απο κοινού τι είναι δίκαιο, τι είναι θεμιτό, τι αξίζει να διατηρηθεί, τι πρέπει να αλλάξει. Ανθρώπους, δηλαδή, που θέλουν να είναι πολίτες.

Αυτός ο τύπος ανθρώπου υποχωρεί. Στη θέση του εμφανίζεται το αλλοτριωμένο υποκείμενο, ο καταναλωτής, το άτομο που θέλει να έχει το δικαίωμα της επιλογής, αλλά όχι την ευθύνη της κρίσης και της απόφασης. Που θέλει να συμμετέχει, αλλά μονάχα στο επίπεδο του να κρίνει επιφανειακά χωρίς να περνάει από τη βάσανο της σκέψης. Αυτή η ανάθεση είναι το κεντρικό γεγονός. Ο άνθρωπος παραιτείται από τη δυνατότητά του να είναι μέρος μιας συλλογικής αυτοκυβέρνησης και ζητά πρόσωπα να τον αναλάβουν. Και μάλιστα διάσημα, όπως είδαμε πρόσωπα, αφού πλέον ο δημόσιος χώρος έχει ανασυγκροτηθεί με όρους ορατότητας και δημοφιλίας.

Το παράδειγμα του Τραμπ, τον οποίο φυσικά ακολουθούν και οι εν Ελλάδι κλώνοι του, Κ. Μητσοτάκης, Α. Γεωργιάδης, κ.λπ. είναι από αυτή την άποψη απολύτως αποκαλυπτικό, καθώς αποτελεί την πιο χοντροκομμένη εκδοχή του φαινομένου. Ένας τσαρλατάνος, ένας άνθρωπος που συμπυκνώνει τη χυδαιότητα, τον ναρκισσισμό, τη βία, το ψέμα, τον ρατσισμό και τον μισογυνισμό, μπορεί να εμφανίζεται σε τεράστιες μάζες ως ηγετική μορφή. Γιατί; Επειδή μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αναζητά πια στους αντιπροσώπους του την αλήθεια ή μια σωστή και δίκαιη διακυβέρνηση. Θέλει απλώς έναν προβεβλημένο τσαρλατάνο, έναν πολιτικό γελωτοποιό, να φωνάζει και να παριστάνει τον ισχυρό στη θέση της, ώστε η ίδια να απαλλάσσεται από την ευθύνη της σκέψης και της συμμετοχής.

Αυτά όμως έχουν συνέπειες.

Πρώτα απ’ όλα, καταστρέφονται πλήρως τα κριτήρια με τα οποία μια κοινωνία διακρίνει το ουσιώδες από το επιφανειακό.

Επιπλέον, παράγεται ένα καθεστώς γενικευμένης ανευθυνότητας. Όποιος ανέρχεται μέσω της προβολής παύει να είναι υπόλογος για τη διακυβέρνηση και καθίσταται υπόλογος μόνο για την προβολή του. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που ο Μητσοτάκης, για παράδειγμα, παραδέχεται λάθη, αυτά παρουσιάζονται πάντοτε ως λάθη επικοινωνίας (δες π.χ. την περίπτωση του κρατικού εγκλήματος στα Τέμπη).

Μια ακόμη συνέπεια είναι ότι εκπαιδεύει τις μάζες στην παθητικότητα. Όσο περισσότερο οι άνθρωποι μαθαίνουν να αναθέτουν τις αποφάσεις σε πρόσωπα με μεγάλη τηλεοπτική προβολή και δημοφιλία, τόσο λιγότερο φαντάζονται τον εαυτό τους ως φορέα της πολιτικής δύναμης. Φοβούνται τη συμμετοχή επειδή έχουν μάθει να ζουν ως θεατές. Πως να αποφασίσεις να συμμετάσχεις στα κοινά, όταν ο μόνος δρόμος είναι η διασημότητα και εσένα δεν σε γνωρίζει κανείς πέρα από τη μάνα σου;

Και τέλος, αυτή η λογική ανοίγει τον δρόμο στον αυταρχισμό. Οι πολιτικοί γελωτοποιοί, όπως έχουμε διαπιστώσει πολλάκις, δεν είναι καθόλου απλώς αθώες καρικατούρες. Συνήθως είναι προάγγελοι πολύ πιο σκοτεινών και αυταρχικών μορφών εξουσίας. Πίσω από τη γελοιότητά τους κρύβεται πάντοτε η απαίτηση να σιωπήσει η κοινωνία και να μιλήσει επιτέλους γι’ αυτήν ένας τάχα ισχυρός. Και μάλιστα μπορεί να πει και να κάνει ό,τι θέλει. Εξάλλου είναι γελωτοποιός.

Τελικά, εκείνο που αποκαλύπτεται μέσα από αυτά τα φαινόμενα είναι μια βαθιά κρίση του κοινωνικού φαντασιακού. Όταν σαν κοινωνία ανεχόμαστε να μετατρέπεται η πολιτική σε παιδική χαρά για κάθε λογής κλόουν, τότε παραδεχόμαστε ότι όχι μόνο έχουμε εγκαταλείψει την ευθύνη για τις ζωές μας, αλλά ότι έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο παρακμής που δεν μας νοιάζει καν σε ποιους τις αναθέτουμε.

Δες ακόμα: Ποιος φοβάται την Άμεση Δημοκρατία; Κριτική στα επιχειρήματα του κυρίαρχου λόγου

Η εποχή της πολιτικής των μαϊντανών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω