Η σύγχρονη αναβίωση των εθνικιστικών αφηγημάτων, την οποία μπορεί κανείς – πολύ εύκολα – να παρατηρήσει από τον Τραμπ στις ΗΠΑ και τη Λεπέν στη Γαλλία, έως τον Μητσοτάκη της “κανονικότητας” και της “εθνικής σταθερότητας” στην Ελλάδα (με άπειρες βεβαίως ενδιάμεσες παραλλαγές και διακυμάνσεις), παρουσιάζεται από τις διάφορες αναλύσεις ως μια “στροφή προς τα δεξιά” ή μάλλον προς τα ακρο-δεξιά. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα πολύ βαθύτερο φαινόμενο. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια ιδεολογική μετατόπιση προς τα δεξιά, αλλά με μια οντολογική αναδίπλωση των κοινωνιών απέναντι στο ανοιχτό, ασταθές και μη εγγυημένο νόημα του πολιτικού κόσμου. Η κυρίαρχη ανάγνωση δεν είναι λανθασμένη, αλλά παραμένει ανεπαρκής. Περιγράφει το σύμπτωμα χωρίς να αγγίζει την αιτία. Ότι, δηλαδή, ο εθνικισμός αναδύεται εκεί όπου το νόημα παύει να παράγεται πολιτικά.
Γνωρίζουμε ότι κάθε ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει μέσα σε ένα πλέγμα σημασιών που δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες. Οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αξίες, οι τρόποι οργάνωσης κ.ο.κ. δεν απορρέουν από τη φύση των πραγμάτων, είναι, αντιθέτως, ιστορικές κατασκευές ως προϊόντα της πράξης και της φαντασίας των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι το νόημα της συλλογικής ζωής είναι πάντοτε ανοιχτό, ενδεχομενικό και επισφαλές, υπό την έννοια ότι τίποτα δεν το εγγυάται εκ των προτέρων. Ακριβώς αυτή η έλλειψη εγγύησης είναι που καθιστά αναγκαία την πολιτική.
Την πολιτική, η οποία στην αληθινή της έννοια, δεν μπορεί να νοηθεί εργαλειακά ως απλή διαχείριση συμφερόντων ή να εξαντληθεί στην άσκηση της εξουσίας. Είναι, αντιθέτως, ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν αυτή την έλλειψη θεμελίου. Μέσα από πράξη, απόφαση και σύγκρουση, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ότι οι ίδιες θεσμίζουν τον κόσμο τους. Η πολιτική είναι, επομένως, εγγενώς επικίνδυνη. Προϋποθέτει την αποδοχή ότι το νόημα δεν είναι δεδομένο. Ότι δεν μπορούμε να το ανακαλύψουμε, αλλά μονάχα να το δημιουργήσουμε.
Αυτό είναι και το σημείο όπου παρεμβαίνει ο εθνικισμός. Οντολογικά, λειτουργεί ως μηχανισμός κλεισίματος του νοήματος. Εκεί όπου η κοινωνία θα έπρεπε να αναγνωρίσει την ιστορικότητα και τη ρευστότητά της, εισάγεται η υποτιθέμενη κεντρική ουσία του έθνους. Του έθνους που παρουσιάζεται ως προϋπάρχον, συνεχές, αυτονόητο και σχεδόν φυσικό. Με αυτή την κίνηση, το νόημα παύει να είναι ερώτημα και αναστοχασμός της κοινωνίας και μετατρέπεται σε κάτι δεδομένο υπό τη μορφή, πολλές φορές, ακόμη και του πεπρωμένου.
Στην ελληνική περίπτωση, αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε αρκετές περιπτώσεις. Από το μεταναστευτικό, όπου οι απάνθρωπες πολιτικές επιλογές παρουσιάζονται ως αναγκαίες για τη διατήρηση της “εθνικής ταυτότητας”, έως την επίκληση της ορθοδοξίας ως αυτονόητου θεμελίου του σύγχρονου κράτους. Εκεί όπου θα έπρεπε να τίθεται το ερώτημα του πώς θέλουμε να ζούμε συλλογικά, προβάλλεται η έτοιμη απάντηση του τι υποτίθεται ότι ήμασταν πάντα. Γενικότερα μιλώντας, το παράδοξο είναι ότι αυτή η επίκληση γίνεται σε κοινωνίες που γνωρίζουν πως ούτε ο Θεός ούτε η Ιστορία μπορούν πια να λειτουργήσουν ως τελικά θεμέλια.
Επιπλέον, αυτή η μετατόπιση δεν εξαντλείται στο επίπεδο των αφηγήσεων. Όταν το νόημα παρουσιάζεται ως προϋπάρχον, μετασχηματίζεται και ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι συνυπάρχουν πολιτικά. Η συλλογική πράξη χάνει το βάρος της και ο δημόσιος χώρος, ως χώρος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναδυθεί ένα κοινό παρόν, συρρικνώνεται. Από μια Arendt-ιανή σκοπιά, ο εθνικισμός συνεπάγεται αυτήν ακριβώς την απώλεια του κοινού κόσμου, καθώς ακυρώνει τον χώρο που συγκροτείται ανάμεσα σε ανθρώπους που δρουν και μιλούν μαζί. Όπως επίσης έχει δείξει και η καστοριαδική προβληματική, ο κοινός κόσμος δεν προϋπάρχει, αλλά συγκροτείται μέσα από την πράξη και τον λόγο. Ο εθνικισμός δεν χρειάζεται αυτόν τον χώρο. Τον παρακάμπτει. Η δε πράξη καθίσταται περιττή καθώς στη θέση της έρχεται η ταυτότητα. Άρα, η πολιτική υποβαθμίζεται σε μια επιβεβαίωση ενός ήδη δεδομένου εμείς. Εμείς οι ξεχωριστοί, οι ιδιαίτεροι, οι απόγονοι, οι εκλεκτοί κ.ο.κ.
Η παγκόσμια άνοδος των εθνικισμών δείχνει λοιπόν κοινωνίες που αδυνατούν να παράγουν παρόν. Από τον αμερικανικό εθνικισμό του “Make America Great Again” έως τις ευρωπαϊκές εκδοχές του “κυρίαρχου έθνους”, το μοτίβο είναι κοινό: το νόημα αντλείται από μια υποτιθέμενη συνέχεια, ακριβώς επειδή το παρόν δεν βιώνεται πια ως πεδίο συλλογικής πράξης αλλά ως στιγμή ανάμεσα σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν και μια φαντασιακά ασφαλή τάξη πραγμάτων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται και η φαινομενικά παράδοξη συνύπαρξη εθνικισμού και τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Και οι δύο μορφές αποφεύγουν την πολιτική ως πεδίο αβεβαιότητας και σύγκρουσης. Ο τεχνοκρατισμός κλείνει το νόημα στο “αναγκαίο”, παρουσιάζοντας τις αποφάσεις του ως μονόδρομο (There Is No Alternative) και ο εθνικισμός το κλείνει στο “εμείς” παρουσιάζοντας τις ίδιες αποφάσεις ως υπεράσπιση μιας προϋπάρχουσας ταυτότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, το ουσιώδες, δηλαδή η συλλογική πράξη, εξαφανίζεται.
Αυτό το κλείσιμο του νοήματος όμως έχει συνέπειες. Ό,τι κλείνει, νεκρώνεται. Μια κοινωνία που κλείνει το νόημα στο παρόν είναι μια κοινωνία χωρίς κανένα μέλλον.
—
Δες ακόμα: Φασισμός σήμερα: Σκέψεις για την αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού