Τα fake news και η κατάρρευση του κοινού κόσμου

Τα fake news και η κατάρρευση του κοινού κόσμου | Ηλίας Σεκέρης

Τα fake news και η κατάρρευση του κοινού κόσμου

Είναι πολύ βολικό να αντιμετωπίζουμε τα fake news ως ένα επικοινωνιακό ή, ιδίως μετά την έλευση της ΑΙ, τεχνολογικό πρόβλημα. Είναι πολύ βολικό, αλλά συνάμα είναι και ρηχό. Μιλάμε για πουλημένα ΜΜΕ, κακόβουλους αλγορίθμους, κοινωνικά δίκτυα που χρησιμοποιούνται εργαλειακά, trolls, bots, “ομάδες αλήθειας”κ.ο.κ. Φυσικά δεν αρνούμαι ότι όλα αυτά υπάρχουν. Καλώς μιλάμε για αυτά. Λέω όμως ότι δεν αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος. Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο τότε περιορίζουμε την κατανόηση του ξέφρενου, πλέον, φαινομένου της παραπληροφόρησης στο επίπεδο του πομπού και της μετάδοσης.

Αν θέλει όμως κανείς να δει την πραγματικότητα κατάματα και ως έχει, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι το ψέμα και η παραπληροφόρηση δεν αποκτούν την τεράστια κοινωνική τους επιρροή μονάχα επειδή υπάρχουν οι μηχανισμοί αυτοί που τα διαχέουν. Πολύ παραπάνω από αυτό, η ισχύς τους εδράζεται στην ύπαρξη ενός εδάφους που τα υποδέχεται άκριτα και σχεδόν τα επιθυμεί.

Αυτό το έδαφος είναι η βαθιά κρίση νοήματος μιας κοινωνίας που έχει χάσει την ικανότητα να συγκροτεί τον κοινό της κόσμο.

Εκεί όπου υπάρχει ζωντανή δημόσια σφαίρα, ενεργός συλλογική κρίση και στοιχειώδης εμπιστοσύνη σε κοινά κριτήρια της πραγματικότητας, τα fake news είναι δυσκολότερο να αποκτήσουν κοινωνική ισχύ. Από την άλλη μεριά, στον τομέα της πολιτικής όπως την ξέρουμε, δηλαδή της αντιπροσώπευσης, το ψεύδος είχε πάντα την τιμητική του. Η Άρεντ το ήξερε καλά όταν έγραφε ότι η αλήθεια και η πολιτική δεν υπήρξαν ποτέ εύκολοι σύμμαχοι.1 Όμως και εδώ υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα: άλλο πράγμα το πολιτικό ψεύδος ως τακτική (αυτό οφείλουν να κάνουν και το κάνουν εφόσον χρειάζονται να εκλεγούν μέσα σε ένα ανταγωνιστικό μαρκετίστικο πλαίσιο) και άλλο η σημερινή συνθήκη, όπου το ψεύδος παύει να υφίσταται ως παρέκκλιση από έναν κοινό κόσμο και τείνει να γίνει υποκατάστατό του. Εκεί βρίσκεται το καινούριο. Το πρόβλημα με την άνοδο των fake news δεν είναι (μόνο) ότι είναι περισσότερα από παλιά αφού πλέον έχουμε καλύτερα μέσα να διαχέουμε τα ψέματα.2 Το αληθινό πρόβλημα είναι ότι έχουμε αποσύνθεση του πεδίου μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η διάκριση ανάμεσα στο αληθές και το ψευδές.

Για να ειπωθεί αλλιώς: το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η ψευδής πληροφορία και η μετάδοσή της, αλλά η κατάρρευση εκείνων των μορφών ζωής που μας επιτρέπουν να κρίνουμε, να αντιπαραβάλλουμε, να αμφισβητούμε και τελικά να συμμετέχουμε στην παραγωγή ενός κοινού κόσμου. Και αυτές οι μορφές ζωής είναι συλλογικές. Όταν το συλλογικό αδυνατίζει, δεν απελευθερώνεται το αυτόνομο άτομο, όπως υπόσχεται ο φιλελεύθερος μύθος. Το αντίθετο συμβαίνει. Εμφανίζεται ένα άτομο, χωρίς ιστορικό βάθος, χωρίς πολιτική παιδεία, χωρίς κριτήρια. Ένα άτομο, επομένως, ανώριμο με την καντιανή έννοια, δηλαδή ανίκανο ή απρόθυμο να ασκήσει την κρίση του χωρίς εξωτερική καθοδήγηση. Και η ανωριμότητα αυτή γεννά – ας μου επιτραπεί η έκφραση – σχεδόν νομοτελειακά την ανάθεση.

Διευκρινίζω πως όταν λέω ανάθεση εδώ δεν εννοώ μονάχα τον πολιτικό μηχανισμό των σύγχρονων δυτικών πολιτευμάτων. Πέραν δηλαδή της εμπιστοσύνης στο κόμμα, στον αρχηγό, στον τεχνοκράτη, στον ειδικό ή στον αλγόριθμο εννοώ βαθύτερα την υπαρξιακή εκχώρηση της ευθύνης της ίδιας της κρίσης. Την εσωτερική στάση απέναντι στον κόσμο, η οποία περιλαμβάνει την πεποίθηση ότι μπορείς να απολαμβάνεις τα αποτελέσματα ενός πολιτισμού χωρίς να αναλαμβάνεις όμως το βάρος της συντήρησης και της κρίσης του. Αυτό είναι ύβρις. Πώς θεωρούμε αυτονόητο ότι δικαιούμαστε αλήθεια και γνήσια πληροφόρηση, όταν αρνούμαστε τη βάσανο της σκέψης; Θέλουμε έναν κόσμο ήδη ερμηνευμένο, ήδη ταξινομημένο, ήδη εγγυημένο, ώστε να καταναλώνουμε το – όποιο – νόημα όπως καταναλώνουμε τα αγαθά και τις υπηρεσίες.

Επιπλέον, στην εποχή της υπερπληροφόρησης το πράγμα όντως μπορεί να ξεφύγει. Ο βομβαρδισμός πληροφορίας δεν συνεπάγεται ούτε περισσότερη ούτε ποιοτικότερη γνώση. Εξάλλου το ζήτημα δεν ήταν ποτέ πόσα γνωρίζει ένα υποκείμενο, αλλά αν δύναται να οργανώσει αυτό που δέχεται ως πληροφόρηση, αν μπορεί να το εντάξει στην εμπειρία του και σε ένα νοηματικό πλαίσιο σύγκρισης και αν τελικά μπορεί να το χρησιμοποιήσει στην πράξη. Όταν αυτές οι ικανότητες έχουν καταρρεύσει ή τέλος πάντων εξασθενίσει, όση πληροφορία και αν δεχτείς, ο κόσμος θα συνεχίσει να αποτελεί ένα συνονθύλευμα από ασύνδετα συμβάντα, ερεθίσματα και εντυπώσεις.

Και αυτό είναι ουσιαστικό γιατί, υπό αυτή τη συνθήκη, το ψεύδος βρίσκει πρόσφορο έδαφος καθώς, συνήθως, είναι πιο λειτουργικό υπαρξιακά απ’ ότι η αλήθεια, αφού προσφέρει έτοιμα σχήματα, απλοϊκές ερμηνείες, βεβαιότητες, εντοπισμένους εχθρούς, αιτίες και σκοπούς. Με άλλα λόγια, προσφέρει κάποιο νόημα – όποιο νόημα – εκεί όπου η κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζεται ακατανόητη. Άρα, για να επιστρέψω στην αρχική μου θέση, τα fake news δεν είναι απλώς μια στρεβλή περιγραφή της πραγματικότητας, πολύ βαθύτερα από αυτό, είναι μια μικρή έτοιμη μεταφυσική για ανθρώπους που έχουν απολέσει τις συλλογικές μορφές κρίσης και προσανατολισμού. Επομένως η επιτυχία τους δεν οφείλεται μόνο στα μέσα, αλλά και στους σκοπούς, δηλαδή στην ανθρωπολογική τους χρησιμότητα.

Γι’ αυτό και η συνηθισμένη ηθικολογία περί “ψεκασμένων” είναι ανεπαρκής θεωρητικά και πολιτικά αφελής και άνευρη. Δεν εξηγεί τίποτα όταν μας λέει ότι οι άνθρωποι είναι απλώς ευκολόπιστοι και ανόητοι, την ώρα που η ίδια η κοινωνία παράγει συστηματικά υποκείμενα έτοιμα να προσκολληθούν σε αυτές τις κατασκευασμένες βεβαιότητες, επειδή ακριβώς η ίδια έχει αποσυνθέσει τους όρους της κοινής κρίσης. Η ανάθεση μετατρέπεται λοιπόν μέσω αυτού του μηχανισμού σε γενικό κανόνα – γι΄αυτό μίλησα προηγουμένως, κάπως αφαιρετικά, για νομοτέλεια. Αναθέτουμε την πολιτική στους επαγγελματίες της πολιτικής, τη γνώση στους ειδικούς, την αλήθεια στο google και στο chatgpt, την ριζοσπαστική γλώσσα στα συνθήματα και πάει λέγοντας.

Ο Χ. Μαρκούζε είχε πολύ σωστά μιλήσει για τον μονοδιάστατο άνθρωπο, για μια κοινωνία όπου η σκέψη δεν αφοπλίζεται από τις απαγορεύσεις αλλά από την ενσωμάτωση στο κυρίαρχο, τον κορεσμό και την κατασκευή ψευδών αναγκών.3 Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι μια περαιτέρω όξυνση αυτής της κατάστασης, καθώς πέρα από ενσωμάτωση έχουμε και διάλυση. Το υποκείμενο δεν ενσωματώνεται απλώς, αλλά διασκορπίζεται σε μια συνεχή ανανέωση ροής από εικόνες, βίντεο, τίτλους ειδήσεων και δόγματα προκάτ. Ο Ντεμπόρ, στην Κοινωνία του Θεάματος είχε ήδη διακρίνει ότι το θέαμα δεν είναι η συσσώρευση εικόνων καθαυτή, αλλά αντίθετα αποτελεί κοινωνική σχέση μεσολαβημένη από εικόνες.4 Σήμερα αυτό ισχύει σε βαθμό σχεδόν ολοκληρωτικό: η σχέση με το πραγματικό περνά μέσα από την αναπαράσταση του πραγματικού, και η αναπαράσταση του πραγματικού δεν λειτουργεί καν ως δρόμος προς το πραγματικό καθαυτό αλλά ως απλό υποκατάστατό του.

Για παράδειγμα, μια κοινωνική σύγκρουση, μια διαδήλωση ή ένας πόλεμος δεν προσλαμβάνονται πλέον ως ιστορικά και πολιτικά γεγονότα που απαιτούν κρίση, αλλά ως αλληλουχίες από viral εικόνες, memes, TikTok βίντεο και clickbait τίτλους. Έτσι, το υποκείμενο δεν έρχεται σε σχέση με το ίδιο το πραγματικό, αλλά με μια έτοιμη ερμηνεία του πραγματικού, η οποία συνήθως κάνει το ίδιο το υποκείμενο να επαναπαύεται και ακυρώνει την ανάγκη βαθύτερης κατανόησης. Αυτό εξηγεί το γιατί τα fake news συνδέονται τόσο στενά με τη βεβαιότητα, αλλά και το γιατί οι ψευδείς ειδήσεις είναι συνήθως οι πιο τακτοποιημένες υπαρξιακά. Ο κομφορμισμός εκφράζεται πλέον ως γνωστική παραίτηση. Ως η προσχώρηση, δηλαδή, σε έτοιμες ερμηνείες που ανακουφίζουν το υποκείμενο, ακριβώς επειδή το απαλλάσσουν από τον κόπο της σκέψης.

Όμως, όπως μας λέει ο Φουκώ, δεν υπάρχει αλήθεια έξω από ιστορικά καθεστώτα παραγωγής αλήθειας, έξω από θεσμούς, πρακτικές, πειθαρχήσεις και λόγους που ορίζουν τι μπορεί να ειπωθεί, από ποιον, με ποιο κύρος και υπό ποιους όρους.5 Παρόλο όμως που τα καθεστώτα αλήθειας είναι ιστορικά, αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η διάκριση αληθούς και ψευδούς σχετικιστικά. Σημαίνει ότι η δυνατότητα της αλήθειας εξαρτάται από κοινωνικούς όρους που δεν είναι ούτε φυσικοί, ούτε αιώνιοι, ούτε έξωθεν από εμάς. Αυτοί ακριβώς οι όροι, είναι που σήμερα βρίσκονται σε κρίση.

Επομένως η αντιμετώπιση των fake news δεν μπορεί να εξαντληθεί στην προσπάθεια διόρθωσης και εξυγίανσης των ΜΜΕ και των πλατφορμών. Η ορθή ενημέρωση είναι αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί. Έχουμε ευθύνη. Και αυτό σημαίνει ευθύνη επιστροφής στο συλλογικό ως όρο κριτικής σκέψης. Μόνο μέσα σε μορφές συλλογικής ζωής όπου μιλάμε μεταξύ μας, συγκρουόμαστε στον δημόσιο χώρο, επιχειρηματολογούμε και μετέχουμε στη διαμόρφωση του κοινού κόσμου, μπορεί να ανασυσταθεί η σχέση με την αλήθεια ως κοινό αγαθό. Και όχι γενικώς και αορίστως. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα την ανασυγκρότηση των μορφών και των θεσμών μέσα στους οποίους ασκείται πραγματικά η κρίση. Δηλαδή το σχολείο, τον χώρο εργασίας, τις συνελεύσεις, τη δημοσιογραφία, τις διαδικασίες δημόσιας αντιπαράθεσης κ.ο.κ.

Η κρίση των fake news είναι λοιπόν δευτερογενές φαινόμενο. Το πρωτογενές είναι η κρίση της κοινής πραγματικότητας. Και πίσω από αυτήν, η κρίση της συλλογικότητας ως πεδίου θέσμισης νοήματος.

Σημειώσεις

2 Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι υποτιμώ τους τεχνολογικούς και επικοινωνιακούς μηχανισμούς. Η κρίση της κοινής πραγματικότητας επιταχύνεται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία αξιολογείται όχι πρωτίστως με κριτήριο την αλήθεια της, αλλά με βάση την ικανότητά της να συγκινεί, να εξοργίζει και να καθηλώνει την προσοχή.

3 Herbert Marcuse, One-Dimensional Man: Studies in the Ideology of Advanced Industrial Society (Boston: Beacon Press, 1991 [1964]).

4 Guy Debord, Η κοινωνία του θεάματος (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2016 [1967]).

Δες ακόμα: Η μεταμοντέρνα κρίση της υποκειμενικότητας. Το “Εγώ” χαμένο στον λαβύρινθο.

 

Τα fake news και η κατάρρευση του κοινού κόσμου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω