Από το “δεν έχω οξυγόνο” στο κομματικό πρόγραμμα

Κίνημα των Τεμπών και κομματοποίηση

Τα μεγάλα κινήματα και η αδυναμία δημοκρατικής μετάφρασης των κοινωνικών ρηγμάτων

Το ερώτημα αν τα μεγάλα κινήματα μπορούν να γεννήσουν δημοκρατία ίσως ακούγεται εκ πρώτης ακαδημαϊκό. Οι ιστορικές συγκυρίες όμως, το επαναφέρουν διαρκώς και βίαια στο προσκήνιο ως επιτακτικό. Τη στιγμή που μια κοινωνική ρήξη, μια συλλογική εμπειρία αδικίας και απονομιμοποίησης δοκιμάζεται και δείχνει αν μπορεί (ή αν αδυνατεί) να μετατραπεί σε πολιτική μορφή χωρίς να προδώσει το ίδιο της το περιεχόμενο, το ερώτημα παύει να είναι θεωρητικό και φανερώνει τον εαυτό του γι’ αυτό που πράγματι είναι: ένα επείγον πολιτικό πρόβλημα βαρύνουσας σημασίας.

Τα Τέμπη (28 Φεβρουαρίου 2023)1 ήταν μια ακραία συμπύκνωση αυτού που μπορούμε να πούμε ετερονομία του κοινωνικού φαντασιακού. Τη συνθήκη, δηλαδή, όπου οι θεσμοί λειτουργούν σαν να είναι φυσικοί, αναγκαίοι και αναπόφευκτοι, μέχρι τη στιγμή που το κρατικό έγκλημα, ρηγμάτωσε το κυρίαρχο αφήγημα και έκανε αυτή την δήθεν αναγκαιότητα να φανεί – και αυτή με τη σειρά της – ως αυτό που πράγματι είναι: τίποτα περισσότερο από μια ψευδαίσθηση που συντηρείται από τη συνήθεια, τον φόβο και την ανάθεση.2

Στο πλαίσιο αυτό, το “Κίνημα των Τεμπών” (αν δεχτούμε τον όρο), πολύ πάνω από μια σειρά μεγαλειωδών διαδηλώσεων, αποτελεί και μια σοβαρή απόπειρα από τη μεριά της κοινωνίας, να μείνει η ρωγμή αυτή ανοιχτή. Να μη μετατραπεί το κρατικό έγκλημα σε “τραγωδία”. Να μην απορροφηθεί από την επιβαλλόμενη κανονικότητα, αλλά αντίθετα να γίνει αφετηρία του κεντρικού πολιτικού ερωτήματος: Ποιος αποφασίζει και ποιος λογοδοτεί;

Και εδώ φτάνουμε στο πιο άβολο σημείο. Στη δημόσια συζήτηση για τη δημιουργία κόμματος από το άτομο που έγινε διεθνώς αναγνωρίσιμο ως το πρόσωπο του αγώνα των συγγενών, τη Μαρία Καρυστιανού. Μια συζήτηση που πράγματι υπάρχει, και καλώς, όμως αυτά που την απασχολούν, ως δημόσιος λόγος, φαίνεται να είναι ερωτήματα ηθικής και όχι πολιτικής υφής: “Καλώς κάνει το κόμμα ή όχι;”, “Έχει δικαίωμα να κάνει το κόμμα ή όχι;”, “Είναι εκμετάλλευση του συλλογικού τραύματος ή όχι;”, “Εκμεταλλεύεται τον θάνατο του παιδιού της ή όχι;”, “Έχει δίκιο για τις αμβλώσεις;”. Αυτά ακούμε και θα τα ακούμε για πολύ καιρό ακόμη. Το ουσιαστικό ερώτημα, παρόλα αυτά, είναι άλλο: Τι παθαίνει μια κοινωνική ρήξη, όπως αυτή που εκκίνησαν τα Τέμπη, όταν παίρνει κομματική μορφή;

Α) Το μεγάλο κίνημα

Σε κοινωνίες όπως η ελληνική, αλλά και γενικότερα οι δυτικές, όπου η “κανονικότητα” είναι στην πραγματικότητα ένα μείγμα παραίτησης των “από τα κάτω” και τεχνικής διαχείρισης των “από τα πάνω”, το πραγματικό πολιτικό συμβάν δεν είναι η οργή και η διαμαρτυρία την οποία συνεπάγεται από το μέρος των “απο κάτω”, αλλά η ίδια η αποκαθήλωση της ετερονομίας.

Στην περίπτωση των Τεμπών, το σοκ πέρα απο τον αριθμό των νεκρών (57) και το νεαρό της ηλικίας των περισσοτέρων, ήταν επίσης – και κυρίως – ότι ο θάνατος εμφανίστηκε ως θεσμική ανεπάρκεια, ή καλύτερα ως θεσμική παραγωγή. Ως αποτέλεσμα δηλαδή της εσκεμμένης συστημικής εγκατάλειψης, της χρόνιας ατιμωρησίας και ενός κράτους / παρα-κράτους που κατανέμει την ευθύνη έτσι ώστε να μην την έχει κανείς. Αυτή η εμπειρία, αλλά και οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν δημόσια για αδιαφάνεια, καθυστερήσεις, απόπειρες μετακύλισης ευθύνης, μπαζώματα κλπ, τροφοδότησαν διαδοχικά κύματα κινητοποιήσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.3 4

Εδώ όμως αναδύεται η πραγματικότητα σε όλη της τη σκληρότητα. Οι ετερόνομοι, ολιγαρχικοί, θεσμοί δεν αποτυγχάνουν λόγω λάθος προσώπων ή δυσμενών συγκυριών. Επειδή τάχα “έτσι έτυχε”. Αντίθετα, λειτουργούν ακριβώς όπως έχουν σχεδιαστεί, δηλαδή ως μηχανισμοί αναπαραγωγής μιας τάξης πραγμάτων όπου η λογοδοσία απουσιάζει συστηματικά. Γι’ αυτό, άλλωστε, μιλάμε για θεσμική παραγωγή του εγκλήματος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ρωγμή εμφανίζεται όταν γίνεται ορατό ότι η ανάθεση σε υπουργούς, διοικήσεις, δικαιοσύνη, ειδικούς κ.ο.κ. αποτελεί πολιτική μεταβίβαση της ίδιας της δυνατότητας της θέσμισης. Εκεί, βέβαια, ξεκαθαρίζει και το διακύβευμα: θα μείνει αυτή η ρωγμή ανοιχτό ερώτημα ή θα κλείσει με κυβερνητικά αφηγήματα και κομματικές υποσχέσεις;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο παρεμβαίνει αυτό που ονομάζουμε “κίνημα”.

Τα μεγάλα κινήματα διαθέτουν πραγματική ιστορική ισχύ: απονομιμοποιούν καθεστώτα, ανοίγουν ρωγμές, δημιουργούν δημόσιο χώρο και μεταβάλουν τους όρους του εφικτού. Είναι, επομένως, αναμφίβολα αναγκαία για οποιαδήποτε ουσιαστική κοινωνική μεταβολή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα προσεγγίζουμε άκριτα ή να τα μυθοποιούμε.

Το μαζικό κίνημα, τη στιγμή που ανοίγει ρωγμές στο υπάρχον πολιτικό πεδίο, γεννά ταυτόχρονα μια αντίρροπη δύναμη: την τάση προς εσωτερική ετερονομία. Όσο η συλλογικότητα διογκώνεται, τόσο εντείνεται η ανάγκη συντονισμού και τίθεται το ταυτόχρονα το πρόβλημα, όχι στον συντονισμό ως τέτοιον, αλλά στη θέσμιση του. Και όταν αυτός ο συντονισμός αποσπάται από την άμεση συλλογική πράξη και παγιώνεται ως μόνιμος ρόλων λίγων, τότε έχει ήδη γεννηθεί ιεραρχία.

Η εκπροσώπηση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί συνειδητή διαυγασμένη επιλογή του ανώνυμου συλλογικού, αλλά, κυρίως αποτελεί πρακτική λύση: κάποιος να μιλήσει αντί για όλους, κάποιος να εμφανιστεί για να μην χανόμαστε απο το προσκήνιο, κάποιος να εγγυηθεί τη συνέχεια, να έχουμε εκπροσώπηση για να μας πάρουν στα σοβαρά κ.ο.κ. Η ανάθεση που παρουσιάζεται έτσι ως τεχνική αναγκαιότητα, στην ουσία της είναι μεταβίβαση της θέσμισης ακόμα και μέσα στο ίδιο το κίνημα. Όταν όμως η θέσμιση μεταβιβάζεται, η αυτονομία αρχίζει να υποχωρεί και να μπαίνει σε τροχιά ακύρωσης.

Αυτό δεν εξαρτάται φυσικά από τις προθέσεις ή την ηθική των φορέων. Είναι η ίδια η λογική των μαζικών οργανώσεων που τείνει να αυτονομεί τις δομές τους απέναντι στη συλλογική πράξη που τις γέννησε. Ο λεγόμενος “σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας”5 είναι νόμος της ετερονομίας. Οι θεσμοί, αν δεν τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση, διεκδικούν δική τους νομιμοποίηση και διάρκεια.

Εδώ συντελείται η καστοριαδική τομή. Η οργάνωση παύει να είναι ανακλητό εργαλείο της συλλογικής αυτοθέσμισης και μετατρέπεται σε αυτόνομο θεσμό που απαιτεί πειθαρχία, συνοχή και υπακοή στο όνομα της επιτυχίας ή της αποτελεσματικότητας. Η αυτονομία, που έχει πάψει να αναγνωρίζεται ως η ίδια η ουσία του κινήματος, επανεμφανίζεται αυτή τη φορά ως απόκλιση μέσα στο κίνημα: ως συνέλευση που δεν ελέγχεται, ως λόγος που δεν ευθυγραμμίζεται, ως άρνηση της ανάθεσης, ως ρυθμός που δεν συγχρονίζεται με τη “γραμμή”, ως πρακτική που θεωρείται πρόωρη, επικίνδυνη ή “ανώριμη”, ως φωνή που χαλάει την εικόνα, ως ερώτημα που μπαίνει τη λάθος στιγμή κ.ο.κ.

Από εκεί και πέρα, το κίνημα αρχίζει να φοβάται την ίδια του τη ριζική δυνατότητα: αυτή της αυτοθέσμισης. Τη συλλογική απόφαση χωρίς ανάθεση και χωρίς εγγυήσεις. Η αυτονομία αρχίζει να θεωρείται διάσπαση επειδή πλέον απειλεί τη θεσμισμένη μορφή του ίδιου του κινήματος. Και εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία, καθώς το κίνημα κινδυνεύει λιγότερο από τους αντιπάλους του και περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό, τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει να μετρά τον εαυτό του με όρους επιτυχίας μέσα στο υπάρχον σύστημα και ξεχνά ότι ο λόγος ύπαρξής του δεν είναι απλώς να κερδίσει, αλλά να ανοίξει τη δυνατότητα της συλλογικής αυτοθέσμισης.

Β) Το κόμμα και η Καρυστιανού

Εδώ δεν έχει νόημα να κάνουμε ψυχολογικά πορτρέτα, ούτε να αποδώσουμε προθέσεις. Οι προθέσεις δεν είναι πολιτική κατηγορία. Θα μιλήσουμε μόνο για ρόλους και μορφές. Το ερώτημα δεν είναι ποια είναι η Καρυστιανού, αλλά τι συμβαίνει πολιτικά όταν μια ρήξη επιχειρεί να αποκτήσει κομματική υπόσταση.

Η Μαρία Καρυστιανού, αρχικά, εμφανίστηκε στον δημόσιο χώρο ως η μάνα που προσωποποίησε τη συλλογική εμπειρία της αδικίας και του πένθους. Αυτό της έδωσε μια ιδιαίτερη συμβολική και ηθική θέση, καθώς δεν μιλούσε “αντί” κάποιου, αλλά μέσα απο το ίδιο το τραύμα, έχοντας χάσει και η ίδια το παιδί της. Έγινε έτσι το σύμβολο του αγώνα κατά της αδικίας και της διαφθοράς. Ενός αγώνα μέσω του οποίου ζητούσε λογοδοσία, απόδοση ευθυνών και δικαιοσύνη. Όχι εξουσία.

Από τη στιγμή που μπαίνει όμως στο τραπέζι η δημιουργία κόμματος, το σύμβολο της ρήξης παύει να στέκεται απέναντι στο σύστημα και αρχίζει να λειτουργεί μέσα σε αυτό. Η Καρυστιανού δεν είναι πια μόνο η μάνα της Μάρθης, είναι η υποψήφια αρχηγός που μπορεί να μας εκφράσει, να μας ενώσει, να μας οδηγήσει. Και εδώ ακριβώς αλλάζει το καθεστώς του λόγου της. Δεν μιλά πια από μια θέση που αμφισβητεί την ετερόνομη εξουσία. Μιλά από μια θέση που τη διεκδικεί. Ειρήσθω εν παρόδω, για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να σταθεί καμία ουσιαστική σύγκριση ανάμεσα στη Μάγδα Φύσσα και τη Μαρία Καρυστιανού, όπως ακούσαμε πολλές φορές. Ένα σύμβολο λειτουργεί ανοικτά και ανοίγει ρωγμές. Δεν απαιτεί πειθαρχία, δεν ζητά συστράτευση, δεν οργανώνει. Αντιθέτως, συγκινεί, απονομιμοποιεί και αποσταθεροποιεί. Το κόμμα και ο ηγέτης απαιτούν ακριβώς τα αντίθετα. Καλούνται να κλείσουν τις ρωγμές και να τις ενσωματώσουν στο υπάρχον.

Ένα κόμμα, αποτελεί συγκεκριμένη μηχανή με συγκεκριμένες ιδιότητες: πρόγραμμα, ιεραρχία, πειθαρχία, κλειστά κέντρα απόφασης, εκλογικό ορίζοντα, ανάγκη σταθερότητας, ανάγκη συμμαχιών, ανάγκη εικόνας κ.ο.κ. Κανένα κόμμα δεν λειτουργεί χωρίς αυτά. Άρα η μετάβαση από το κίνημα στο κόμμα δεν είναι πολιτική ωρίμανση ή τάχα η ανώτερη μορφή του κινήματος όπως δήλωσε η Καρυστιανού. Είναι αλλαγή λογικής. Και το κρίσιμο δεν είναι αν αυτό γίνεται με καλή ή κακή πρόθεση, αλλά αυτά που παράγει ως αποτέλεσμα.

Το πρώτο και πιο αθόρυβο αποτέλεσμα είναι η μετατροπή του τραύματος σε πολιτικό κεφάλαιο. Όχι απαραιτήτως με κυνισμό, αλλά μέσα από τη στοιχειώδη λογική της πολιτικής αγοράς. Το πρόσωπο που συμβολίζει την αδικία γίνεται φορέας αξιοπιστίας. Η αξιοπιστία γίνεται εκλογικό πλεονέκτημα. Και έτσι το πένθος αρχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης. Εδώ εμφανίζεται μια ετερονομία δεύτερου βαθμού: η κοινωνία δεν αναθέτει πια στον ειδικό, αλλά στο τραύμα. Το τραύμα όμως, για να λειτουργήσει ως θεμέλιο, πρέπει να γίνει ιερό. Να εξαιρεθεί από την κριτική. Να αποκτήσει ασυλία. Και ό,τι γίνεται ιερό παύει να είναι δημοκρατικό. Η δημοκρατία δεν μπορεί να στηριχθεί σε τίποτα υπερβατικό – ούτε στον Θεό, ούτε στο Έθνος, ούτε στο Θύμα.

Η μορφή κόμμα επιβάλλει επίσης και μια δεύτερη, πιο βίαιη μετάλλαξη: τη βία της αναγνώρισης. Για να σε πάρουν στα σοβαρά, πρέπει να μιλήσεις τη γλώσσα τους. Και αυτή η γλώσσα είναι καθορισμένη και συγκεκριμένη. Για παράδειγμα, δεν μίλησε τυχαία για εθνικά θέματα ή δεν έκανε τυχαία τις απαράδεκτες δηλώσεις για τις αμβλώσεις, η Καρυστιανού, στις πρόσφατες τηλεοπτικές της εμφανίσεις. Και αυτό βέβαια δεν είναι προδοσία όπως αφελώς βιάστηκαν να την κατηγορήσουν πολλοί. Είναι καθαρά δομικό και αναγκαστικό. Το κόμμα επιβιώνει ακριβώς επειδή μπορεί να συμβιβάζεται. Επειδή μπορεί να ενσωματώνει και να ενσωματώνεται. Το κόμμα έχει “καθήκον” να διαχειρίζεται τις ρήξεις, να μιλάει τη γλώσσα του συστήματος και να μετακινεί την ατζέντα κατά το δοκούν. Η επιτυχία του κόμματος είναι, σε μεγάλο βαθμό, η επιτυχία της ενσωμάτωσης στο σύστημα που παρήγαγε το έγκλημα.

Η δημοκρατία, όπως μας λέει ο Καστοριάδης, υπάρχει μόνο εκεί όπου οι ίδιοι οι συμμετέχοντες θεσμίζουν συνειδητά τους κανόνες τους και αναγνωρίζουν ότι μπορούν να τους αλλάξουν6. Το κόμμα, αντίθετα, παράγει κανόνες που δεσμεύουν τους πολλούς μέσω των λίγων. Και όσο πιο επιτυχημένο γίνεται, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τη συλλογική αυτοθέσμιση και τόσο βαθύτερα εγγράφεται στη λογική του κράτους.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν δικαιούται η Καρυστιανού να κάνει κόμμα. Φυσικά και δικαιούται. Το πρόβλημα είναι αν η μορφή που επιλέγεται μπορεί να κρατήσει ανοιχτό το ερώτημα της ευθύνης ή αν, σχεδόν νομοτελειακά, θα το μετατρέψει σε πρόγραμμα, ατζέντα και τελικά σε ένα ακόμη κεφάλαιο του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού.

Επιπλέον, αν η αυτονομία είναι πράγματι πολιτική μορφή, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τι πρέπει να αποφύγουμε, αλλά ποιες μορφές συλλογικής θέσμισης μπορούν να κρατήσουν ανοιχτό το ερώτημα της ευθύνης. Η ρήξη δεν μπορεί να επιβιώσει ως μνήμη ή ως διαμαρτυρία. Αντίθετα, χρειάζεται θεσμούς που να μην αυτονομούνται από εκείνους που τους δημιούργησαν. Μόνιμες επιτροπές κοινωνικού ελέγχου με πραγματική πρόσβαση στην πληροφορία, ανεξάρτητοι θεσμοί λογοδοσίας συγκροτημένοι από τα κάτω, συλλογικές διαδικασίες παρακολούθησης της δικαιοσύνης και της διοίκησης, ανακλητότητα όσων αναλαμβάνουν ρόλους συντονισμού, δημόσιες συνελεύσεις με δεσμευτική ισχύ στις κρίσιμες αποφάσεις. Μορφές αυτοθέσμισης δηλαδή που επιτρέπουν στη ρήξη να αποκτήσει διάρκεια χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό ανάθεσης.

Μόνο μέσα από τέτοιες μορφές μπορεί να υπάρξει δημοκρατία που να μην εξαντλείται στην εναλλαγή διαχειριστών, αλλά να διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα της κοινωνίας να ελέγχει, να αμφισβητεί και να μετασχηματίζει τους ίδιους της τους θεσμούς. Χωρίς αυτό το επίπεδο συλλογικής οργάνωσης, κάθε ρήξη κινδυνεύει είτε να σβήσει είτε να ενσωματωθεί.

Συμπερασματικά

Εν, κατακλείδι, τα Τέμπη, δεν μας δίδαξαν μονάχα ότι το κράτος απέτυχε, αλλά ότι μια ολόκληρη κοινωνία έμαθε να ζει μέσα σε θεσμούς που λειτουργούν χωρίς λογοδοσία και να το θεωρεί αυτό φυσικό. Το σκάνδαλο δεν είναι μόνο το ίδιο έγκλημα, αλλά και η ευκολία με την οποία επιχειρείται να μεταφραστεί σε τραγωδία, σε αφήγημα και τελικά σε εκλογικό διακύβευμα, ώστε να κλείσει πολιτικά χωρίς να ανοίξει ποτέ θεσμικά.

Η πραγματική δημοκρατία, είναι η διαρκής δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί της είναι δικά της δημιουργήματα και άρα μπορούν να αμφισβητηθούν, να αλλάξουν και, αν χρειαστεί, να καταργηθούν. Εκεί όπου αυτή η δυνατότητα εκχωρείται είτε στον ειδικό, είτε στον εκπρόσωπο, είτε στο κόμμα, είτε ακόμη και στον ίδιο τον φορέα του τραύματος η δημοκρατία παύει να είναι αυτοθέσμιση και μετατρέπεται σε διαδικασία επικύρωσης αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί αλλού.

Το ερώτημα των Τεμπών, αν το πάρουμε στα σοβαρά, δεν είναι ποιος θα μας εκπροσωπήσει καλύτερα, αλλά πώς θα γίνει αδύνατο στο μέλλον ένα κρατικό έγκλημα να απορροφηθεί ξανά από τη λήθη, τη διαδικασία και τον κοινοβουλευτικό χρόνο. Πώς θα υπάρξουν μορφές συλλογικής δράσης και ελέγχου που να επιμένουν στη λογοδοσία χωρίς να μεταφράζονται αυτομάτως σε μηχανισμούς ανάθεσης. Πώς η κοινωνία θα διατηρήσει ανοιχτό το ερώτημα της ευθύνης, αντί να το αναθέτει σε προγράμματα, ηγεσίες και εκλογικούς κύκλους.

Αναφορές

1 ΕΟΔΑΣΑΑΜ (Ελληνικός Οργανισμός Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών), Head-on collision between a passenger train and a freight train in Tempi, 28 February 2023 (Αθήνα: ΕΟΔΑΣΑΑΜ, 2025), PDF, https://www.harsia.gr/wp-content/uploads/2025/02/EODASAAM_Accident_Investigation_Tempi-1.pdf (πρόσβαση 20 Ιανουαρίου 2026).

2 Cornelius Castoriadis, The Imaginary Institution of Society, trans. Kathleen Blamey (Cambridge, MA: MIT Press, 1998).

3 Reuters, “Greek inquiry finds gaps in rail safety, two years after deadly crash,” February 27, 2025. https://www.reuters.com/world/europe/greek-inquiry-finds-gaps-rail-safety-two-years-after-deadly-crash-2025-02-27/

4 Euronews, “Report reveals Tempi train crash was a result of human error, outdated infrastructure”, February 28, 2025. https://www.euronews.com/my-europe/2025/02/28/report-reveals-tempi-train-crash-was-a-result-of-human-error-outdated-infrastructure

5 Robert Michels, Political Parties: A Sociological Study of the Oligarchical Tendencies of Modern Democracy, trans. Eden and Cedar Paul (New York: Hearst’s International Library Co., 1915).

6 Cornelius Castoriadis, The Greek Polis and the Creation of Democracy, Graduate Faculty Philosophy Journal 9, no. 2 (1983), PDF, https://blogs.newschool.edu/graduate-faculty-philosophy-journal/files/2020/10/Castoriadis_The-Greek-Polis-and-the-Creation-of-Democracy.pdf (πρόσβαση 19 Φεβρουαρίου 2026).

Δείτε ακόμα: Ποιος φοβάται την Άμεση Δημοκρατία; Κριτική στα επιχειρήματα του κυρίαρχου λόγου

 

Από το “δεν έχω οξυγόνο” στο κομματικό πρόγραμμα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω