δημοκρατία Αρχεία - Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο https://sekeris.gr/tag/dimokratia/ Κοινά • Αυτονομία • Άμεση Δημοκρατία Mon, 13 Jul 2026 12:53:31 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.4 https://sekeris.gr/wp-content/uploads/2023/03/cropped-fav-32x32.jpg δημοκρατία Αρχεία - Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο https://sekeris.gr/tag/dimokratia/ 32 32 Τι είδους αστυνομία θέλουμε, τελικά; https://sekeris.gr/ti-eidous-astynomia-theloume-telika/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ti-eidous-astynomia-theloume-telika https://sekeris.gr/ti-eidous-astynomia-theloume-telika/#respond Mon, 13 Jul 2026 10:17:19 +0000 https://sekeris.gr/?p=1281 Με αφορμή τη δολοφονία ενός ακόμη παιδιού από την αστυνομία, ενός αυτιστικού μάλιστα παιδιού, έχει ξεκινήσει πάλι μια κουβέντα για το τι αστυνομία θέλουμε, κυρίως από αυτούς που θέλουν διακαώς μια αστυνομία. Είναι σωστή κουβέντα, αλλά νομίζω ότι τίθεται πολύ στενά, όσο τουλάχιστον προσποιούμαστε ότι έχουμε μπροστά μας έναν ουδέτερο μηχανισμό, που απλώς χρειάζεται καλύτερη […]

Το άρθρο Τι είδους αστυνομία θέλουμε, τελικά; εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
Με αφορμή τη δολοφονία ενός ακόμη παιδιού από την αστυνομία, ενός αυτιστικού μάλιστα παιδιού, έχει ξεκινήσει πάλι μια κουβέντα για το τι αστυνομία θέλουμε, κυρίως από αυτούς που θέλουν διακαώς μια αστυνομία.

Είναι σωστή κουβέντα, αλλά νομίζω ότι τίθεται πολύ στενά, όσο τουλάχιστον προσποιούμαστε ότι έχουμε μπροστά μας έναν ουδέτερο μηχανισμό, που απλώς χρειάζεται καλύτερη εκπαίδευση και λιγότερο επικίνδυνα άτομα να τον υπηρετούν.
Δεν λέω ότι αυτά δεν έχουν σημασία. Προφανώς και έχει σημασία αν ένας αστυνομικός είναι εκπαιδευμένος να μην πυροβολεί έναν άνθρωπο επειδή δεν υπάκουσε αμέσως. Το πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται στη συμπεριφορά του κάθε αστυνομικού. Πρέπει να δει κανείς και τον ίδιο τον θεσμό. Γιατί υπάρχει, τι ακριβώς καλείται να προστατεύσει και ποια σχέση έχει με την κοινωνία που τον δημιούργησε. Γιατί η αστυνομία δεν ήρθε από τον ουρανό. Είναι θεσμός της ίδιας της κοινωνίας και εκφράζει το πώς αυτή αντιλαμβάνεται την τάξη, την ασφάλεια, τον κίνδυνο, την υπακοή κ.ο.κ.

Επιπλέον, το ότι το θύμα ήταν αυτιστικό δεν κάνει, σε καμία περίπτωση, τη ζωή του πολυτιμότερη από οποιαδήποτε άλλη. Αποκαλύπτει όμως ότι οι εντολές της αστυνομίας προϋποθέτουν έναν άνθρωπο που ακούει, καταλαβαίνει, ελέγχει τον φόβο του και αντιδρά ακριβώς όπως απαιτείται. Όποιος δεν μπορεί να το κάνει, κινδυνεύει να θεωρηθεί ύποπτος το οποίο είναι το πρώτο άλμα, για να ακολουθήσει το δεύτερο, τεράστιο, άλμα ότι αν είσαι ύποπτος η αστυνομία έχει το δικαίωμα να σε δολοφονήσει.

Ο Φουκώ έλεγε ότι η εξουσία δεν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, αλλά τον κατασκευάζει η ίδια. Ότι ταξινομεί τους ανθρώπους, τα σώματα και τις συμπεριφορές, αποφασίζοντας ποιος είναι «κανονικός» και ποιος είναι μη κανονικός, άρα ύποπτος. Αυτή η συνθήκη μέσα σε μια καταδίωξη, μεταφράζεται ακόμα πιο χυδαία στο ότι ο εκάστοτε πολίτης, ο εκάστοτε άνθρωπος παύει να είναι ένα ον με τις φοβίες, τις ιδιαιτερότητες και την ιστορία του και είναι απλά ένα κομμάτι κρέας που το κυνηγάμε για να το ακινητοποιήσουμε με κάθε τρόπο.

Εδώ μπαίνει λοιπόν το ερώτημα που είναι πιο βασικό από το «τι αστυνομία θέλουμε». Μπορεί η κοινωνία να αναγνωρίσει ότι η ίδια δημιούργησε τους θεσμούς της; Ότι η αστυνομία δεν είναι φυσικός νόμος που πρέπει σώνει και ντε να υπάρχει, αλλά είναι κοινωνική θέσμιση, την οποία μπορούμε να την αμφισβητήσουμε και να την αλλάξουμε, αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτοί που τη δημιουργήσαμε;
Γιατί, χωρίς καμιά διάθεση να ξεπλύνω τους δολοφόνους, το εύκολο είναι να πούμε ότι έφταιξαν αυτοί οι δύο κακοί μπάτσοι. Να τους απομονώσουμε, να τους τιμωρήσουμε (ενδεχομένως) και να συνεχίσουμε κανονικά τις ζωές μας. Όσο μας αφήνουν δηλαδή. Το δύσκολο είναι να αναρωτηθούμε τι είδους θεσμός είναι αυτός που παράγει ξανά και ξανά τέτοιες συμπεριφορές και τέτοια αδίστακτα άτομα και, βεβαίως, τι είδους κοινωνία είναι αυτή που τις ανέχεται.

Επίσης μπορεί τελικά να υπάρξει «καλή αστυνομία»; Εγώ λέω όχι. Και το λέω με την έννοια ότι είναι ένας χωριστός, ιεραρχικός και ένοπλος μηχανισμός, αρμόδιος να επιβάλλει την υπάρχουσα τάξη. Αυτή είναι η δουλειά της. Όποιος δεν το βλέπει αυταπατάται. Και αυτή η υπάρχουσα τάξη αποτελεί συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση, με τις ανισότητες, τις ιδιοκτησίες, τους αποκλεισμούς και τις σχέσεις εξουσίας της. Γι’ αυτό η αστυνομία δεν μπορεί να πει κανείς ότι εφαρμόζει απλώς τον νόμο. Αντιθέτως έχει τη δύναμη να αποφασίζει σε κάθε περίπτωση σε ποιον θα εφαρμοστεί ο νόμος, με ποια ένταση και με ποια μέσα.

Εκτός αν πιστεύουμε ότι αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο ένας φτωχός πιτσιρικάς που έκλεψε ένα εικοσάρικο βενζίνη και ένας επιχειρηματίας που κλέβει μισθούς και βάζει τους υπαλλήλους του να του επιστρέψουν το δώρο Χριστουγέννων. Ή ένας μετανάστης χωρίς χαρτιά και ένας εργοδότης που τον εκμεταλλεύεται και του πίνει το αίμα. Ή μια κατάληψη εγκαταλελειμμένου δημόσιου κτηρίου και μια τράπεζα που πετάει μια οικογένεια με τρία παιδιά έξω από το σπίτι της επειδή της χρωστάει χίλια ή δυο χιλιάδες ευρώ.

Για μένα, λοιπόν, το βαθύτερο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που δεν θα χρειάζεται αστυνομία. Όχι, προφανώς, καταργώντας την από τη μια μέρα στην άλλη και αφήνοντας τα πάντα όπως είναι. Αυτό θα ήταν ηλίθιο. Η αστυνομία δεν μπορεί να εξαφανιστεί όσο παραμένουν άθικτες οι συνθήκες που την κάνουν να φαίνεται αναγκαία. Δηλαδή η ακραία ανισότητα, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο εγκλεισμός, η εγκατάλειψη των ψυχικά ασθενών και των εξαρτημένων, η διάλυση των κοινοτήτων και κυρίως η ανάθεση κάθε κοινωνικού προβλήματος σε έναν ένοπλο μηχανισμό. Οφείλουμε όμως να αρχίσουμε να αφαιρούμε από την αστυνομία λειτουργίες που ποτέ δεν θα έπρεπε να της ανήκουν και να τις αναθέτουμε στην ίδια την κοινωνία. Αυτό μπορεί να είναι δομές φροντίδας, δομές πρόληψης, δομές διαμεσολάβησης, δομές ψυχικής υγείας και συλλογικής αυτοπροστασίας, ελεγχόμενες πάντα άμεσα από τους πολίτες.

Δεν πιστεύω και ούτε θα πιστέψω ποτέ ότι η κοινωνία είναι καταδικασμένη να έχει για πάντα έναν οπλισμένο μηχανισμό απέναντί της. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι η κατάργησή του μπορεί να έρθει μονάχα ως αποτέλεσμα ενός πολύ βαθύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό σημαίνει δημιουργία άλλων θεσμών. Θεσμών που δεν θα επιβάλλονται από πάνω, αλλά θα ελέγχονται άμεσα από τους ίδιους τους ανθρώπους που αφορούν. Μια κοινωνία χωρίς αστυνομία δεν χρειάζεται να είναι μια κοινωνία χωρίς κανόνες, χωρίς όρια ή χωρίς προστασία, όπως μπορεί να φαντάζεται κανείς. Μπορεί να είναι μια κοινωνία που απλώς δεν παραδίδει αυτά τα πράγματα σε έναν χωριστό ένοπλο μηχανισμό.

Αυτός είναι ο πραγματικός κοινωνικός μετασχηματισμός που απαιτείται. Όχι να βρούμε μια καλή αστυνομία, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες η αστυνομία δεν θα είναι πια αναγκαία.

 

Το άρθρο Τι είδους αστυνομία θέλουμε, τελικά; εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
https://sekeris.gr/ti-eidous-astynomia-theloume-telika/feed/ 0
Φασισμός σήμερα: Σκέψεις για την αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού https://sekeris.gr/fasismos-simera-skepseis-gia-tin-anavi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=fasismos-simera-skepseis-gia-tin-anavi https://sekeris.gr/fasismos-simera-skepseis-gia-tin-anavi/#respond Wed, 06 Aug 2025 11:38:09 +0000 https://sekeris.gr/?p=1042 Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία όπου η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί πλέον έκπληξη. Από την Ευρώπη ως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η ρητορική του φόβου, της εθνικής καθαρότητας, της θεσμικής καταστολής και της κανονικότητας διαχέεται στον δημόσιο λόγο σαν να μην ήταν ποτέ πρόβλημα.

Το άρθρο Φασισμός σήμερα: Σκέψεις για την αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
Φασισμός σήμερα: Σκέψεις για την αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού

Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία όπου η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί πλέον έκπληξη. Από την Ευρώπη ως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η ρητορική του φόβου, της εθνικής καθαρότητας, της θεσμικής καταστολής και της κανονικότητας διαχέεται στον δημόσιο λόγο σαν να μην ήταν ποτέ πρόβλημα. Η ακροδεξιά δεν βρίσκεται πλέον έξω από το σύστημα – είναι το σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε ως εδώ, δεν αρκεί να εστιάσει στα κόμματα, στους ηγέτες και στις πολιτικές συγκυρίες. Πρέπει να κοιτάξει βαθύτερα: στον ψυχισμό των κοινωνιών, στα φαντασιακά που τις συγκροτούν, στις σχέσεις τους με την ελευθερία, τον φόβο και την ευθύνη.

Σε κάθε ιστορική καμπή, όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν και η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο φόντο της καθημερινότητας, αναδύεται μια συλλογική επιθυμία σταθερότητας σαν αντίθετη κίνηση αυτοπροστασίας. Αυτή κατά το πλείστον μεταφράζεται στην επιθυμία για αυθεντία. Υπό αυτό το πρίσμα, πέρα από τις εξουσίες που αναζητούν υπηκόους, είναι και οι ίδιοι οι πολίτες οι οποίοι επιζητούν να γίνουν υπήκοοι και να παραδώσουν την ελευθερία τους για χάρη της σταθερότητας και της ασφάλειας. Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη να χωνευτεί και ταυτόχρονα μια από τις πιο παραγνωρισμένες αλήθειες της ανθρώπινης ιστορίας: ότι η ελευθερία δεν είναι αυτονόητη επιθυμία, αλλά είναι ένα βάρος που δεν είναι όλοι έτοιμοι να το αναλάβουν. Ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, η ίδια η ανάγκη του ανθρώπου για σταθερότητα, απλότητα και ταυτότητα, μπορεί να γίνει ισχυρότερη από τη βούληση για στοχασμό, αμφισβήτηση και δημιουργία.

Η ελευθερία – όχι η νεοφιλελεύθερη καρικατούρα της, που ταυτίζεται με το “κάνω ό,τι θέλω”, “έχω τον τάδε αριθμό από επιλογές να διαλέξω” κ.ο.κ., αλλά η πραγματική, πολιτική, στοχαστική ελευθερία – δεν είναι ευχάριστη συνθήκη. Είναι καθήκον, βάρος και ανάληψη ευθύνης για το νόημα του κόσμου και της ζωής μας. Είναι η πράξη της αυτοθέσμισης: να δημιουργούμε εμείς τους νόμους μας, τις αξίες μας, τις σχέσεις μας. Χωρίς θεό, χωρίς ιστορική αναγκαιότητα, χωρίς δήθεν φυσική τάξη πραγμάτων, χωρίς αυθεντία και εν τέλει χωρίς σιγουριά.

Αυτή η ελευθερία, πολλές φορές, τρομάζει. Και ειδικά όταν  δεν συνοδεύεται από θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής, από εκπαίδευση στην αυτονομία και από το βίωμα μιας πολιτικής κοινότητας, τότε δεν μπορεί να ωριμάσει και να ανθίσει. Αντίθετα, καταρρέει σαν άστρο που συνθλίβεται, αφήνοντας πίσω του μια μαύρη τρύπα. Το κενό που αφήνει – ένα κενό νοήματος, τόσο χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού – είναι εξαιρετικά εύκολο, σχεδόν νομοτελειακά, να γεμίσει με αυθεντίες, εχθρούς και δήθεν σωτήρες. Εδώ λοιπόν είναι που εισβάλλει και ο φασισμός, υποσχόμενος να να γεμίσει το κενό με τάξη και σιγουριά. Υποσχόμενος να συγκροτήσει νέες ταυτότητες,  να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, εύκολους εχθρούς και μια αυθεντία που θα αφαιρέσει από εμάς την ευθύνη να γνωρίσουμε, να αποφασίσουμε, να σκεφτούμε.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν απέτυχε μόνο θεσμικά. Απέτυχε κυρίως να καλλιεργήσει φαντασιακά μια δημοκρατική ταυτότητα. Προσέφερε μεν τυπικές ελευθερίες σε έναν λαό συντετριμμένο από την ήττα, την ταπείνωση και την οικονομική καταστροφή, όμως η δημοκρατία δεν έγινε βίωμα – ήταν ξένος μηχανισμός. Έτσι, η επιθυμία για αυτοκαθορισμό παραχώρησε τη θέση της στην ανάγκη για νόημα και καθοδήγηση. Σ’ αυτό το κενό, εισέβαλε ο Χίτλερ, ο οποίος καλλιεργήθηκε, στηρίχθηκε, θεσμίστηκε – από ελίτ που τον θεώρησαν χρήσιμο, από μαζική κουλτούρα που αναζητούσε αυθεντία, και από έναν φαντασιακό ορίζοντα που είχε πια αποστραφεί την ευθύνη της ελευθερίας. Αντίστοιχα, στην Ιταλία του 1920, ο Μουσολίνι δεν επέβαλε την εξουσία του αποκλειστικά με τη βία. Η βία υπήρχε φυσικά – στους δρόμους, στις επιθέσεις, στις εκτελέσεις. Όμως τελικά ήταν το ίδιο το πολιτικό και θεσμικό σύστημα που του την προσέφερε: ο βασιλιάς, οι γαιοκτήμονες, οι βιομήχανοι. Όχι έξω από την δήθεν δημοκρατία, αλλά μέσα από την κρίση και τους μηχανισμούς της. Άρα ο φασισμός δεν ήρθε μονάχα με τη βία. Ήρθε – και – ως απάντηση στην επιθυμία ενός κόσμου να παραδώσει την ελευθερία του, προκειμένου να απαλλαγεί από την αβεβαιότητα.

Και σήμερα;

Ο φασισμός του 21ου αιώνα είναι πιο ύπουλος και υπόγειος. Δεν φορά στολή, δεν χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, ούτε το σηκώνει για να χαιρετήσει ναζιστικά. Φοράει κοστούμι, μιλά για “πατρίδα”, για “καθαρότητα”, για “ανάπτυξη”, για “αριστεία”, για “τάξη”, για “ασφάλεια” και “κανονικότητα”. Ο Τραμπ για παράδειγμα είναι το πιο χυδαίο πρόσωπο αυτής της μετάλλαξης. Ένας δήθεν αντισυστημικός που αποτελεί όμως την ακραία έκφραση του συστήματος. Και ποιο σύστημα είναι αυτό; Μα το σύστημα της αλήθειας ως θεάματος, της πολιτικής ως reality show, της αυθεντίας ως πανάκειας. Το σύστημα της Ασημαντότητας δηλαδή, για να αντλήσω λίγο από Καστοριάδη.

Στην Ελλάδα επίσης τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Ο Μητσοτάκης, σε αντιστοιχία με το ίνδαλμά του – τον Τραμπ -, δεν εκπροσωπεί το φασιστικό ως βία μονάχα – αν και το κάνει και αυτό βεβαίως – , αλλά κυρίως ενδύεται το τεχνοκρατικό πρόσωπο της αποπολιτικοποίησης. Μια δήθεν δημοκρατία – βιτρίνα, όπου η Βουλή αποτελεί παρωδία δημοκρατικού θεσμού, όπου οι υποκλοπές αποσιωπούνται, τα πάσης φύσεως σκάνδαλα (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ) επιλύονται εντός, τα πάσης φύσεως εγκλήματα και η οργή της κοινωνίας (βλ. Τέμπη), συγκαλύπτονται, μπαζώνονται και καταστέλλονται και η κοινωνία μετατρέπεται σταδιακά σε παθητικό αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην της, δίχως διαφάνεια, δίχως δημόσιο διάλογο, δίχως λογοδοσία. Η έννοια της πολιτικής ευθύνης έχει απογυμνωθεί από κάθε περιεχόμενο και η λογοδοσία δεν είναι καν ζητούμενο, αλλά κάτι το εντελώς αδιανόητο. Στην Ελλάδα, είναι πλέον πιο εύκολο να φανταστεί κανείς εξωγήινους να προσγειώνονται στον Υμηττό, παρά τον Μητσοτάκη να δίνει λόγο σε μια ενεργή, απαιτητική κοινωνία.

Ένα χαρακτηριστικό – και ακόμα πιο ακραίο – παράδειγμα αυτής της αποδιάρθρωσης των θεσμών συναντάται στο Ισραήλ υπό την ηγεσία του Νετανιάχου. Εκεί έχουμε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος θεολογικού – εθνοκρατικού αυταρχισμού (παρόλο που το Ισραήλ δεν έχει επίσημη κρατική θρησκεία, η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με την εβραϊκή θρησκεία είναι έντονη στην πράξη), το οποίο λειτουργεί με τη λογική μιας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης – όπως θα έλεγε ο Agamben – όπου το κράτος αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα στην ύπαρξη και ποιος όχι. Η επίθεση στη Γάζα, η συστηματική καταστροφή υποδομών, ο αποκλεισμός, η πείνα, η διαρκής τιμωρητική βία, οι δολοφονίες, όλα αυτά, αποτελούν μια κανονικοποιημένη γενοκτονία. Ένας φασισμός που δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί, γιατί έχει ήδη κανονικοποιηθεί. Και στον πυρήνα του βρίσκεται μια ετερονομία που δεν αρκείται στο να υποτάσσει τους δικούς της – εξάγεται ως παγκόσμιο παράδειγμα ιμπεριαλιστικής ισχύος.

Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι τυχαία. Οι ΗΠΑ πλασάρονται ως η πλέον δημοκρατική χώρα στον κόσμο, η Ελλάδα ως λίκνο της δημοκρατίας και το Ισραήλ ως ο εγγυητής της δημοκρατίας στην Μέση Ανατολή. Δείχνουν δε, ότι η δημοκρατία, όπως παρουσιάζεται και υπάρχει σήμερα, είναι κυρίως φαντασιακό προσωπείο. Ένας μηχανισμός νομιμοποίησης αποφάσεων που δεν λαμβάνονται συλλογικά, ούτε υπό πραγματικούς όρους ελευθερίας. Ο φασισμός, λοιπόν, δεν επιβιώνει παρά τη δημοκρατία – επιβιώνει ακριβώς επειδή η δημοκρατία έχει διαστρεβλωθεί σε σημείο που να σημαίνει το ακριβώς αντίθετο από την αρχική της σημασία. Έχει πάψει να είναι πράξη και έχει γίνει λέξη κενή περιεχομένου.

Από την άλλη μεριά, ο φασισμός προσφέρει απλοϊκή ταυτότητα. Είσαι αυτό που λέει το έθνος σου ότι είσαι. Ο εχθρός είναι καθορισμένος, απέναντί σου. Ο ηγέτης θα πάρει την απόφαση για εσένα. Καλή – κακή, δεν έχει σημασία. Αρκεί που παίρνει από πάνω σου την ευθύνη να αποφασίζεις. Απέναντι σ’ αυτό, η ψευδοελευθερία του νεοφιλελευθερισμού – ως δικαίωμα επιλογής προϊόντων και υπηρεσιών σε τιμή ευκαιρίας – είναι ρηχή, άνευρη και τελικά αδιάφορη. Ο άνθρωπος δεν αρκείται στην καταναλωτική ελευθερία. Χρειάζεται νόημα. Κι όταν η δημοκρατία – σε αυτή τη στρεβλωμένη της μορφή που υφίσταται σήμερα – αδυνατεί να του το προσφέρει, τότε στρέφεται στην ασφάλεια της αυθεντίας.

Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν η ελευθερία είναι δύσκολη. Είναι – και πάντα ήταν. Δεν είναι ποτέ αυτονόητη, ούτε φυσική. Χρειάζεται επίγνωση, ευθύνη και διαρκή εγρήγορση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να την αντέξουμε: να σταθούμε απέναντι στο βάρος της χωρίς να καταφύγουμε σε εύκολες βεβαιότητες ή εξωτερικές αυθεντίες. Και ακόμη βαθύτερα, πώς θα μάθουμε να την αντέχουμε. Πώς θα μάθουμε να ζούμε τη δημοκρατία όχι ως θέσφατο, αλλά ως διαρκή πράξη: να δημιουργούμε θεσμούς, σημασίες, σχέσεις, συμμετοχή, παιδεία – όχι για εμάς ατομικά, αλλά ως συλλογικότητα που στοχάζεται τον εαυτό της και που δεν φοβάται να πάρει την ευθύνη της ιστορίας της. Γιατί, σε τελική ανάλυση, ο φασισμός δεν είναι ατύχημα ή ανωμαλία. Είναι δυνατότητα, πάντα παρούσα, όταν το κοινωνικο-ιστορικό εγκαταλείπεται και παύει να θεσμίζεται από εμάς τους ίδιους που το ζούμε. Όταν δηλαδή η κοινωνία αποσύρεται από την ίδια της τη δυνατότητα να σκέφτεται και να αυτοκαθορίζεται.

Δες ακόμη:

Συντηρητισμός, φιλελευθερισμός & εκφασισμός της κοινωνίας

H “κοινοτοπία της ετερονομίας” και η γενοκτονία στην Παλαιστίνη

Το άρθρο Φασισμός σήμερα: Σκέψεις για την αναβίωση του φασιστικού φαντασιακού εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
https://sekeris.gr/fasismos-simera-skepseis-gia-tin-anavi/feed/ 0
Αστυνομική βαρβαρότητα και δημοκρατία https://sekeris.gr/astynomiki-varvarotita-kai-dimokrat/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=astynomiki-varvarotita-kai-dimokrat https://sekeris.gr/astynomiki-varvarotita-kai-dimokrat/#respond Fri, 15 Mar 2024 17:41:27 +0000 https://sekeris.gr/?p=664 Η 15η Μαρτίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αστυνομικής Βαρβαρότητας το 1997, με πρωτοβουλία αναρχικών οργανώσεων της Ελβετίας. Αφορμή αποτέλεσε ο ξυλοδαρμός δύο παιδιών ηλικίας 11 και 12 ετών (!) από αστυνομικούς. Είναι ανατριχιαστικό και μόνο στη σκέψη, ότι ένοπλοι ενήλικες έσπασαν στο ξύλο 2 μικρά παιδιά στην Ελβετία, όμως και στην Ελλάδα δεν […]

Το άρθρο Αστυνομική βαρβαρότητα και δημοκρατία εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
Η 15η Μαρτίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αστυνομικής Βαρβαρότητας το 1997, με πρωτοβουλία αναρχικών οργανώσεων της Ελβετίας. Αφορμή αποτέλεσε ο ξυλοδαρμός δύο παιδιών ηλικίας 11 και 12 ετών (!) από αστυνομικούς.

Είναι ανατριχιαστικό και μόνο στη σκέψη, ότι ένοπλοι ενήλικες έσπασαν στο ξύλο 2 μικρά παιδιά στην Ελβετία, όμως και στην Ελλάδα δεν έχουμε λόγο να παραπονιόμαστε. Η αστυνομική βαρβαρότητα ξεδιπλώνεται ανά τα χρόνια σε όλες της τις εκφάνσεις. Από τραμπουκισμούς και εξευτελιστικούς σωματικούς ελέγχους στον δρόμο, μέχρι ξυλοδαρμούς, σεξιστικές συμπεριφορές, αναίτιες συλλήψεις, βασανιστήρια και εν τέλει δολοφονίες.

Όποιος έχει διαβάσει τους Ανθρωποφύλακες του Περικλή Κοροβέση, μπορεί να καταλάβει πολλά για την αστυνομική βαρβαρότητα και το μέγεθος της βιαιότητας του κράτους, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τα “όργανα προστασίας του πολίτη”. Και ας μην έχουμε αυταπάτες, αυτά δεν ήταν ένα υποπροϊόν της χούντας μονάχα. Δεν ξεχνάμε το ξύλο που έχει πέσει σε φοιτητές, συνταξιούχους, εργαζόμενους κλπ και φυσικά δεν ξεχνάμε και την τρομερή λίστα νεκρών. Σιδερής Ισιδωρόπουλος, Ιάκωβος Κουμής, Σταματίνα Κανελλοπούλου, Μιχάλης Καλτεζάς, Αυγουστίνος Δημητρίου, Αλέξης Γρηγορόπουλος, Ζακ Κωστόπουλος, αλλά και Ηρακλής Μαραγκάκης, Αποστόλης Κεραμιδάς, Βασίλης Μάγγος, Κώστας Μανιουδάκης και πόσοι άλλοι.

Η αστυνομία ως θεσμός αυτού που ονομάζεται σήμερα δημοκρατική κοινωνία, έχει υποτίθεται ως πρωταρχικό σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και της τάξης, τη διαφύλαξη της δικαιοσύνης και εν τέλει τη συμφιλίωση των πολιτών. Δηλαδή ο αστυνομικός καθίσταται περισσότερο σαν μια μορφή κοινωνικού παρατηρητή, παρά ως “φύλακας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης”. Ο “σωστός αστυνομικός” δεν απομονώνεται από τον πολίτη, αλλά ορθά ενταγμένος στον κοινωνικό ιστό της περιοχής όπου υπηρετεί, δρα ως διαμεσολαβητής στις διανθρώπινες συγκρούσεις.

Αυτό οπωσδήποτε αποτελεί ένα τεράστιο, τραγικό ψέμα. Μια τρομερή αφαίρεση.

Στις περισσότερες περιπτώσεις – όπως η εμπειρία μας έχει διδάξει – ο αστυνομικός αποτελεί την ίδια την αιτία της κοινωνικής αναταραχής. Είναι ο ίδιος ο φορέας του προβλήματος του κοινωνικού διχασμού. Είναι αυτός που με την κατάχρηση της ήδη διευρυμένης εξουσίας του, τοποθετείται στον ρόλο του εξουσιαστή και επιβάλλει μέσω της θεσμισμένης ιεράρχησης, μια κυριαρχία επάνω στο κοινωνικό σύνολο, η οποία καταστρέφει τα όποια ψήγματα αληθινής δημοκρατίας έχουν παραμείνει στο πολίτευμα.

Κατέχοντας τη δημόσια εξουσία, η αστυνομία αποτελεί ένα όργανο της ίδιας της κοινωνίας το οποίο υποπίπτει στην αντινομία να στέκεται ιεραρχικά πάνω από την κοινωνία. Ο χειρότερος αστυνομικός έχει περισσότερο κύρος από τον οποιοδήποτε απλό πολίτη. Η κυριαρχία δε αυτή, έρχεται απροκάλυπτα, ακόμη και επικοινωνιακά, με όρους απαξίωσης. Δεν ξεχνάμε δηλώσεις όπως αυτή του αντιπρόεδρου της ΠΟΑΣΥ που σαν σήμερα πριν 3 χρόνια έλεγε “Για τρεις γκλοπιές στη Νέα Σμύρνη απολογούμαστε γονατιστοί σε όλο το απλυταριό“.
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Έτσι έχει μάθει το μέσο “όργανο της τάξης” να βλέπει τον νέο άνθρωπο που αντιστέκεται ή που απλά βρίσκεται σε μια πλατεία. Άπλυτο, ναρκομανή, αριστερό, αναρχικό. Φτωχό τεμπέλη που περιμένει από τη μαμά του ένα εικοσάρικο για να πιεί κανένα τσιγάρο.

Η πραγματικότητα είναι πως η αποκαλούμενη δικαιοσύνη, της οποίας αποτελούν φύλακες, έρχεται από άλλες εποχές, ως ένα απομεινάρι της δουλοπαροικίας, η οποία βασίζεται – για το συμφέρον των προνομιούχων τάξεων – στον Ρωμαϊκό νόμο και στις ιδέες της θείας Εκδίκησης. Στην ιστορία των κοινωνιών, η οργάνωση της Εκδίκησης με το όνομα της Δικαιοσύνης γειτονεύει με το Κράτος. Το ένα συνεπάγεται το άλλο, γεννήθηκαν μαζί, άκμασαν μαζί και θα παρακμάσουν μαζί.

Οποιαδήποτε κοινωνία λοιπόν που πρόκειται να εμφανιστεί και η οποία θέλει να στοχεύει στην εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην πραγματική Δικαιοσύνη, την ισονομία και εν τέλει στην κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, θα καταλήξει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι είναι παράλογο να διατηρεί οποιοδήποτε σωφρονιστικό όργανο, καθώς αυτό οδηγεί πάντοτε στην αστυνομική βαρβαρότητα.

Ο τρόπος για το πως θα υπάρχουμε χωρίς την αστυνομία, βρίσκεται στην εθελοντική διαιτησία, στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης, στα ισχυρά εκπαιδευτικά μέσα που θα έχει μια κοινωνία, η οποία δεν θα αφήνει στον αστυνομικό τη φροντίδα της δημόσιας ηθικής της, αλλά θα αναστοχάζεται την ίδια της τη θέσμιση και θα λειτουργεί με τον πιο ελευθεριακό τρόπο, δηλαδή αμεσοδημοκρατικά και κατά περίπτωση.

Μπορεί να έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας, αλλά δεν είμαστε μακριά από αυτό. Τα δείγματα χειραφέτησης ολοένα και πληθαίνουν.
Όπως γράφει ο Καστοριάδης (1978) “Η αναγκαστικά διπλή αυταπάτη της κλειστής θεωρίας είναι ότι ο κόσμος έχει γίνει ήδη από πάντα, και ότι η κλειστή σκέψη μπορεί να τον συλλάβει. Η κεντρική όμως ιδέα της επανάστασης είναι ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της ένα πραγματικό μέλλον, και ότι αυτό το μέλλον δεν πρέπει μόνο να το σκεφθούμε, αλλά και να το φτιάξουμε“.


Πηγές

Καστοριάδης, Κ. (1978). Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. Αθήνα: Κέδρος.

Το άρθρο Αστυνομική βαρβαρότητα και δημοκρατία εμφανίστηκε πρώτα στο Ηλίας Σεκέρης | Ιστολόγιο.

]]>
https://sekeris.gr/astynomiki-varvarotita-kai-dimokrat/feed/ 0